Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
ζαβλακώνομαι χαζεύω, μπανταλιάζω. Αόρ.: ζαβλακώθκα
ζαγάρ (το)   ο κουτοπόνηρος
ζαγκανιέμαι κουνιέμαι περίεργα, πάω γυρεύοντας π.χ. "μη ζαγκανιέσ' ωρε παιδί μ'"
ζαγκανόκωλη (η) η γυναίκα που κουνιέται πολύ, η τσουρδάλω
ζάρκο (το) το γυμνό, μπλετς
ζάφτω τρώω με μπιστοβλιακιά
ζβάρα με τς μπάντες, μαλιοκούβαρα
ζβαρνιέμαι σέρνομαι, κυλιέμαι κάτω. αόρ. ζβαρνίστκα. Ο ζβαρίλας = ο απεριποίητος
ζβίγκο (το) τίποτε, κενό, άδειο
ζγκατάψυξ στην κατάψυξη
ζγουρ (το) κρέας πρώτης ποιότητας
ζγώνω πλησιάζω σιγά-σιγά
ζέχνω μυρίζω υπερβολικά άσχημα
ζιάπα (η) ο μεγάλος σε μέγεθος βάτραχος, γνωστός και ως μπράσκα
ζιαπώνω συλλαμβάνω
ζιουγκάρ (το) λίπωμα εμφανές στο σώμα
ζιουλάω μαλάζω
ζιουμπάς (ο) ο πολύ κοντός άνθρωπος
ζιουπάω πιέζω αφόρητα
ζλαπ (το) το ζαρκάδι
ζμαρ (το) το ζυμάρι
ζμι (το) το υγρό αποτέλεσμα βρασίματος, ζουμί
ζμπλατεία στην πλατεία
ζμπόρτα στην πόρτα
ζμπουδιέμαι παραπατάω (συνήθως έχουμε και πτώση), σκοντάφτω
ζμπούτσαμ δεν με νοιάζει, έκφραση αισχρού και ανήθικου περιεχομένου
ζνόασ' στην "Οαση", στην κεντρική πλατεία της πόλης
ζντάιγκα στην ΤAIGA, παλιά disco στα Γιάννενα
ζούδιο μικρό ζωύφιο
ζούλα (η) πράξη παράνομη που γίνεται διακριτικά
ζουρλός (ο) αυτός που το 'χει ντιπ χαμένο, τρελός
ζούφιο (το) αφυδατωμένο φρούτο

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >