Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
χαλές (ο)   μέρος για χατζιάρσμα, ο θρόνος, η τουαλέτα
χαλεύω γυρεύω, αναζητώ
χαλόν (το) το αιδοίο, έχει επικρατήσει και ως γυναίκα, γκόμενα
χαμόρ (το) το χαμένο, ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
χαμπλάς (ο) ο ψηλός και άχαρος άνθρωπος
χαράφωμα (το) η ερωτική πράξη
χατζιάρω αφοδεύω, από το ιταλικό caggare
χειμουνκό (το) το καρπούζι
χλαπακιάζω καταβροχθίζω
χλεμπόνα (η) βλ. ροχάλα
χλεμπονιάρης (ο) ο καχεκτικός
χλέπα (η) η ροχάλα
χλεχλές (ο) ο βουτυρομπεμπές, συνήθης χαρακτηρισμός των αθηναίων :-)
χλιαβρίζω χατζιάρω (βλ.λ.) αλλά πάρα πολύ, σε μεγάλη ποσότητα
χλιάρ (το) το κουτάλι
χλιμίτζουρας (ο) χαζοβλάκας
χολιάω ανησυχώ
χουγιάζω τρομάζω
χούι (το) η ιδιοτροπία. Χαρακτηριστική φράση - παροιμία: "Πρώτα σ' βγαίν' η ψχή και μετά το χούι"
χουριάτς (ο) ο έχων νοοτροπία χωριού
χούφταλο (το) βλ. κούσιαλο
χοχλάζω βράζω

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >