Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
τάβλα (η) μικρό τραπεζάκι για φαγητό
ταγάρας (ο)   αυτός που δεν παίρνει στροφές το μυαλό του
τάλιαρο (το) το κατακέφαλο, η χλέπα
ταλιάρω χειροδικώ
ταπίπκα ανάσκελα
τάρα (η) "δεν πήρα τάρα": δεν πήρα είδηση, χαμπάρι
ταρατόρ γαλακτοκομικό παρασκεύασμα από γιαούρτι
τάχας (ο) ο κώλος
τένες (οι) αθλητικά παπούτσια
τερλίκια (τα) πατούμενα για το σπίτι, ενίοτε ξύλινα
τζαμάλες (οι) Ηπειρώτικο έθιμο τις απόκριες (μεγάλες φωτιές στις γειτονιές και γλέντι μέχρι πρωίας)
τζαναμπέτης (ο) ο απατεώνας
τζατζαρώνω κατσαρώνω
τζερεμές (ο) ταγάρας, σιέμος
τζερτζελές (ο) βαβούρα, χαβαλές
τζες (ο) ο τύπος
τζιαμπούνας (ο) αυτός που φωνάζει συνέχεια, επίσης ο μεθυσμένος π.χ. "έγνα τζιαμπούνα"
τζινάω κεντρίζω, πειράζω
τζιόρας (ο) ανεπίδεκτος μαθήσεως, τζιουμπλέκας, στόκος
τζιουμπάνς (ο) κάτοχος αιγοπροβάτων
τζιουμπλέκας (ο) ταγάρας
τζόβενο (το) ο ηλικιωμένος που βγάζει νιάτα
τικ (το) χρησιμοποιείται με το ρήμα παίρνω, π.χ. "πήρες τικ;" = είδες;
τικφάς (ο) ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
τόσο για τόσο λίγο
τουρλώνω τεντώνω επιδεικτικά τον τάχα
τραϊ (το) ο τράγος
τράω κοιτάζω
τριατζής (ο) ο ψεύτης
τρίματα (τα) τα ψίχουλα
τρίο, τριάρ μυθοπλασία, κατασκεύασμα της φαντασίας, αλλιώς πατζιάρ
τρίψα (η) παπάρα, κομμάτια ψωμιού σε γάλα
τρόγαλο (το) γαλακτοκομικό είδος
τρόμπας (ο) ο επιρρεπής στη μαλακία
τροξός (ο) βλ. μπανταλός
τρόχαλο (το) πέτρα μικρού μεγέθους
τσάκνο (το) πολύ λεπτό κλαδί, χρησιμοποιείται συνήθως για το άναμμα φωτιάς
τσάλε-μάλε (το) η κλοπή
τσ'άλλοι τους άλλους π.χ. "Πού είναι ο Μήτσος; - Είναι με τσ'άλλοι"
τσάξα αορ. του ρήματος τσακίζω
τσαπράγκαλο (το) χαμένο, κουτό, χαζό, πχ. "Αυτό το παίδι είναι ντιπ τσαπράγκαλο"
τσάχαλα (τα) χαλίκια, χώματα, άμμος, πχ. "Μου μπήκαν τσάχαλα στα μάτια"
τσεκλίζω σκίζω
τσέκλιο τρύπιο
Τσερβάρ' (το) το χωριό Ελαφότοπος
τσερβέλο (το) το κεφάλι, από το ιταλικό cervelo
Τσερνέσ' (το) το χωριό Ελατοχώρι (και Ατσερνέσ': "πάμε στο πανηγύρ' στ' Ατσερνέσ' ;")
τσιακμάκι (το) ο αναπτήρας
τσιαλεύω αφαιρώ διακριτικά και παράνομα, κλέβω
τσιαούλι (το) η κάτω γνάθος
τσιαπλιάζω διαλύω, κάνω λιώμα. Συνήθως με το επιφωνηματικό επίρρημα "ούι", π.χ. "ούι, το τσιάπλασε"
τσιατάλι (το) το κομμάτι που προεξέχει. Μτφ. τα πεταχτά αυτιά π.χ. "τέτοια τσιατάλια πού 'χει το χαλόν, μπορεί και να πιάν και MTV!"
τσιάφ (το) η φαλτσοστεκιά στο μπιλιάρδο, "έκανα τσιάφ": μ' ξέφκε
τσιαφλέκι (το) η δυνατή κλωτσιά
τσιγαλιά (η) η αμυγδαλιά
τσίγαλο (το) ο καρπός της τσιγαλιάς
τσιγκλάω ενοχλώ, πειράζω, τζινάω
τσικνερός (ο) ο πολύ αδύνατος, αυτός που είναι σαν τσάκνο
τσίμα (η) είδος μικρού ψαριού
τσίμα-τσίμα ίσα-ίσα
τσιόκαλο (το) κόκκαλο, επίσης και παγωμένο. Χαρακτηριστική η φράση, σε περίπτωση δικαιολογημένης (ή μη) αγανάκτησης: "μπα π' να σ' ειχε βαρέσ' το τσιόκαλο"
τσιόκος (ο) ο φαλλός
τσιόντα (η) ταινία ακατάλληλη για ανήλικους
τσιούκα (η) η κορυφή βουνού
τσιουκανάω κοπανάω, χτυπάω
τσιούπρα (η) η κοπέλα
τσιουράπω (η) το χαλόνι (βλ.λ.) αμφιβόλου ηθικής
τσίπρο (το) οινοπνευματώδες ποτό που δε πίνεται ποτέ ξεροσφύρι
τσιριπούλι (το) σπουργίτι
τσίρλα (η), τσερλιό (το) κόπρανα σε υγρή μορφή
τσιρλιπιπί (το) το κόψιμο
Τσοντήλα (η) το χωριό Δίκορφο
τσόπλα (η) πέτρινη πλάκα που πέφτει με μηχανισμό μόλις το πουλί πάει από κάτω - παγίδα
τσότσος (ο) μικρός στο μέγεθος
τσουτσέκι (το) το πολύ μικρό. Συνήθως χρησιμοποιείται υποτιμητικά π.χ. "που πας ωρέ τσουτσέκι; δεν είναι για τα δόντια σ' το χαλόν!"
τφέκι (το) το όπλο, το τυφέκιον
τχάρι (το) τοίχος μικρού μήκους

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >