Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
σαλεύω   μετακινούμαι
σιάδ (το) το ίσιωμα π.χ. ένα επίπεδο χωράφι. μτφ. ο γυμνός, ο ξεμπλέτσωτος
σιαϊτάνς (ο) ο ζωηρός, από το σατανάς. Σιαϊταναρούδ' = το ζωηρό παιδάκι
σιαμούτα (η) το τσίπουρο που βγαίνει προς το τέλος και ξαναρίχνεται στο καζάνι με τα νέα σταφύλια. Πρέπει να σαι σιουριγμένο για να το πιείς, εξ' ου και η φράση "έγνα μπιτ σιαμούτα" = μέθυσα όσο δεν πήγαινε άλλο
σιαλαγάω μαζεύω, π.χ. "σιαλάγατα τα πράτα"
σιαλαϊσμένος (ο) ο σιουριγμένος
σιάλιαγκας (ο) το σαλιγκάρι
σιαλίρα πολύ αλμυρό, υπερβολικά αλατισμένο φαγητό. πχ. "ούι γιε μ', τούτου δω είναι σιαλίρα"
σιαούτες (οι) ύπνος μετά την ερωτική πράξη
σιαπέρα παραπέρα, ίσια πέρα
σιαπέρας (ο) βλ. φλοέρας. Αλλιώς και αϊσιαπέρας (ο μακρυά από δω). Χαρακτηριστική έκφραση για τον αϊσιαπέρα: "τρεις λαλούν και δυο χορεύουν"
σιαπέρω καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
σιάψαλο (το) πολύ ηλικωμένος, κούσιαλο
σιέμος (ο) πάσλας, γκόρος κτλ., από το ιταλικό siemo
σιλεμουά για τον εαυτό μου
σιμεντλικουέρας (ο) ο ηλίθιος, από το ιταλικό siemo della guerra (ηλίθιος του πολέμου)
σιοροκλεμές (ο) γκόρος, πάσλας κλπ.
σιουμπερδέκας (ο) πάσλας, σιμεντλικουέρας
Σιουποτσέλι (το) το χωριό Δίλοφο
σιουράω το χω ντιπ χαμένο
σιούτος (ο) ο ανήμπορος ερωτικά
σιούφρα (η) στενή τρύπα στο πίσω μέρος του σώματός μας
σκάμνια (η) η μουριά
σκαπετάω πετάω κάτι μακρυά με πολύ δύναμη
σκεμπές (ο) περιττά κιλά συσσωρευμένα γύρω από την κοιλιακή χώρα
σκεπάρν (το) εργαλείο οικοδομών, στόκος
σκιάζομαι φοβάμαι
σκλέτζα (η) λεπτό σκοπ που χρησιμοποιούνταν στο παιχνιδι "η σκλέτζα κι του σκλετζάρ", το στλιάρ'
σκλετζάρ' (το) το παγούρι που χτυπούσαν με τη σκλέτζα
σκλέτζας (ο) υπερβολικά αδύνατος
σκλι (το) σκυλί
σκλίκι (το) σκουλήκι
σκόκας (ο) ο πάσλας, ο γκόρος
σκοπ (το) μπαστούνι, ξυλοδαρμός
σκουγμός (ο) δάκρυα και οδύνη
σκούζω κλαίω με λυγμούς
σκράμπια (η) βλ. μπιτσκάουρας
σκράπ (το) το αεροβόλο. Χρησιμοποιείται από τις βάβες στα χωριά λόγω του ήχου που παράγει κατα την εκτόξευση της βολίδας
σμα κοντά
σνι (το) το μικρό ταψί
σορολόπ (το) τα φόρτωσα στο κόκορα
σπάρτσια (η) το σφουγγάρι
στάκα περίμενε
στανιάρω έρχομαι στα ίσια μου
σταρ (το) το σιτάρι, είδους δημητριακού
στλάκι (το) η μπαταρία
στλιάρ (το) μακρύ και λεπτό κομμάτι ξύλου
στόκος (ο) ο ανήμπορος να καταλάβει
Στολοβό (το) το χωριό Διπόταμο
στουκάρω τρακάρω, συναντώ ανεπιθύμητα πρόσωπα
στούκας (το) παλιά τα χύμα τσιγάρα
στούκι (το) το χαρτοπαίγνιο 21
στρέγομαι συμφωνώ, με συμφέρει, π.χ., στη μοιρασιά όταν είμασταν μικροί και παίζαμε μπάλλα, η αντίπαλος ομάδα δε είχε στις τάξεις της τους καλύτερους παίκτες, οι αντιρρήσεις διατυπωνόταν με τη φράση "δε με στρέει", ενίοτε δε και με την απειλή "φεύγω, παίρνω και την μπάλλα μου...".
σφάλιαγκας (ο) η αράχνη
σφαλαγκωνιά (η) ο ιστός της αράχνης

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >