Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
ρεύω κάνω / παθαίνω κάτι σε μεγάλο βαθμό πχ. "έρεψε στο φαϊ" = ρούπωσε, "έρεψε" = αδυνάτισε πολύ
ρουμπουστίνες (οι) κβέντες, χωρίς ιδαιτερο νόημα, στα πλαίσια παρέας τζέδων
ρουπώνω   ικανοποιώ τη δίψα ή τη πείνα μου
ροχάλα (η) αντιαισθητική έκκριση σίελου

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >