Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
παγράς (ο)

  ο Παγουράς, χαρακτηρισμός των Γιαννιωτών
παπλαμούδα (η) το παχύ χιόνι. πχ. "Ούι, ρίχν' παπλαμούδες!"
παπς (ο) γέροντας, παππούς
παρί-παρί τα χρήματα, εκ του σλαβικού παρί=χρήματα
πάσλας (ο) ντάτσκος, πρατσίλας, φλοέρας, γκόρος
πασλεμωτό (το) είδος κακής και αμφίβολης ποιότητας και φυσικά άγνωστης προέλευσης
ΠΑΣολές (ο) οπαδός της ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ, του ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΕΝΑ
πάτα-κιούτα ο ήχος του πισωκολλητού
πατατούκα (η) ένδυμα προστασίας απο το χειμερινό ψύχος, χοντρό παλτό
πατούνα (η) κάλτσα με χοντρή πλέξη, ιδανική για κτηνοτροφικές εργασίες
πατριτζιάνα (η) η μελιτζάνα
παντζιάρ (το) μυθοπλασία, ψέμα, βλ. και τριάρ
παντζιαριανός (ο) ο μυθοπλάστης, ο παραμυθάς, ο τριατζής (βλ. τρίο)
παρτσακλός (ο) αυτός που δεν μπορεί να μιλήσει καθαρά
πατίκια (τα) υποδήματα για χρήση μέσα στο σπίτι
πατσιούρα (η) μπιτ για μπιτ φλάτσκα
πδάρ (το) το πόδι
πελέ, πελέδια (τα) οι όρχεις
πελεκάω ξυλοφορτώνω βλ. και τσιουκανάω
περδικλώνομαι βλ. ζμπουδιέμαι
πετσί (το) συνουσία, βλ. και πριτσίνι
πετσώνω πριτσινώνω, συνουσιάζω
Πέφτ (η) η ημέρα Πέμπτη
πίπκα (τα)

μπρούμυτα

πισιάρω ικανοποιώ την φυσική ανάγκη της ούρησης, από το ιταλικό pissare
πιτχάρ (το) σκληρός τσιόκος
πλάκα (η) αναστατώνομαι, σοκαρίζομαι, παθαίνω πλάκα
πλατσιανάω χτυπώ με δύναμη τα νερά
πλατσκοκέφαλος (ο) ο έχων το χαρακτηριστικό Ηπειρωτικό κεφάλι
πλατσπάθια (τα) αυτοφυή φυτά της Ηπειρώτικης υπαίθρου, κατά προτίμηση εκατέρωθεν της ασφάλτου. πχ. "Ούι οι τζέδες, μπήκαν με τσ' μπάντες κι έφκαν στα πλατσπάθια!"
πλήθρα (η) ανάμειξη ξηράς και υγρής τροφής στο στομάχι
πλι (το) πτηνό
πλιγούρ (το) νόστιμο κρέας
πλύχωρο ευρύχωρο, άνετο
πουμπώνομαι ή "μ' έπιακε πούμπωμα", δεν μπορώ να ανασάνω. Αόρ. πουμπώθκα
πουριά (η)

η πόρτα

πουρνό (το) το πρωί, συνήθως χρησιμοποιείται εις διπλούν για να δηλώσει τις πρώτες πρωινές ώρες
πουτσοφλίγκαρος (ο) βλ. μαλαπέρδα
πράζω ενοχλώ, πειράζω. πχ. "πράζ αν τράω (βλ.λ.);"
πρατσαλάω κολυμπάω ατσούμπαλα
πρατσίλας (ο) ο χωριάτης, ο ντάτσκος. Η λέξη προήλθε από τις παλιότερες εθνικές ομάδες ποδοσφαίρου της Βραζιλίας (Brazil - Πρατσίλ), στις οποίες οι περισσότεροι παίχτες ανήκαν σαφώς στη φυλή των Χαιταίων (είχαν χαίτη στα μαλλιά)
πρέντζα (η) γαλακτοκομικό προϊόν
πρεσάρω πετσώνω
πρετόρ λερώνω τα πάντα γύρω μου
πριτσινώνω χαραφώνω
προυγκάω σπρώχνω ζώα κατευθύνοντάς τα στο μαντρί
προυτσαλέκια (τα) το ποπ-κορν, οι παπαδίτσες
πτάνα (η) γυναίκα χωρίς ηθική

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >