Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
νούλα (η)   μηδέν
νταβάς (ο) μεγάλο ταψί, μέσα από το οποίο έτρωγε παλιότερα όλη η οικογένεια π.χ. "Πού στρώσαταν να φάτε; - Πθενά, απ' τον νταβά φάγαμαν". Επίσης, νταβάς αποκαλείται και ο πορτιέρης των νυχτερινών μαγαζιών (σύντμηση της λέξης νταβατζής)
νταβραντζμένος (ο) αυτός που έχει πολλές ορμές
νταγλαράς (ο) ντερέκι με ανεπτυγμένους μυς
ντάλα κατακούτελα
νταούλι (το) ο πρησμένος είτε από το πολύ φαΐ είτε από τσιμπήματα εντόμων
ντατσκανάρς (ο) ο ντιπ ντάτσκος
ντάτσκος (ο) ο χωριάτς με την κακή έννοια
ντάφκαρος (ο) ο αθίγγανος
ντελιφσιέκας (ο) πάσλας, γκόρος κτλ.
ντέμπλας (ο) πολύ ψηλός και άχαρος, αμπλαούμπλας (βλ.λ.)
ντενιάρω μπήγω (π.χ. "θα σ' ντενιάρω πιτχάρ στον τάχα"), πετάω, αμολάω (π.χ. "ντένιαρα έναν γκιολέ, βρώμσε όλο το σπίτ")
ντενουάρ (το) νεύρα, ταραχή. "έχω ντενουάρ": σαλτάρω, παίρνω ανάποδες. "με μάζωξε ντενουάρ": έχω πολλά νεύρα
ντερέκι (το) ο πολύ ψηλός
ντερλικουέρας (ο) ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
ντεφ (το) μτφ. ο σουρωμένος
ντιπ για ντιπ εντελώς παντελώς
ντοβ καλό π.χ. "ντοβ χαλόν"
ντουγρού απερίσκεπτα
ντραμτζάνα (η) μεγάλο γυάλινο δοχείο για οινοπνευματώδη ποτά

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >