Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
λαγκαντούσιω (η) η ακατάστατη, οκνηρή νεανίς
λάισα έγυρα, στράβωσα, "πήρα σασί"
λακάω φεύγω, κόφτω πέρα. Αόρ. λάκσα
λαλάω   σιουράω, παίζω μουσική με βασικό όργανο το κλαρίνο
λατσαριέμαι σπαρταράω. πχ. "Τι μ΄λατσαριέσαι ορέ!"
λαφαζιάνης (ο) ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
λεβέκουρας (ο) ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
λελέκι (το) ο υπερβολικά αδύνατος, πελαργός
Λέλοβα (το) το χωριό Δεσποτικό
λιανός (ο) ο αδύνατος
λιάπσ' (ο) λιάπηδες είναι οι αρβανίτες. Μτφ ο λαίμαργος, ο άρπαγας, ο μπιστόβλιακας. πχ. "τί κοιτάς σα λιάπσ' το φαί;"
Λιασκοβέτσ' (το) το χωριό Λεπτοκαρυά
λιθάρ (το) πέτρα
λο σκασμός, πχ. "βγάλε λο", "λο το μπουρί (στόμα)"
Λοζέτσ' (το) το χωριό Ελληνικό
λουτιάζω χαζεύω, το χάνω πχ. "πάει, λούτιασε ο τζες..."
λούτσα (η) μικρή τεχνητή λίμνη όπου ξεδιψάνε ζώα
la vixion το "βήξιμο", η πληρωμή
l' afousion το χαράφωμα

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >