Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
ξεζγκαρίζομαι γδέρνομαι, βγάζω αίμα. Χρησιμοποιείται κυρίως στον αόριστο, πχ. "έπεσα με το ποδήλατο και ξεζγκάρσα το ποδάρι μ'"
ξεμπλέτσωτος (ο)   μπιτ μπλετς
ξεροσφύρι (το) κατανάλωση οινοπνεύματος χωρίς μεζέ
ξεστοχάω ξεχνάω συνεχώς
ξετσουμπρίζω βγάζω ένα-ένα τα σπόρια από το καλαμπόκι, βγάζω μία-μία τις ρόγες του σταφυλιού
ξεχάω ξεχνώ
ξιάω, ξιέμαι ξύνω, ξύνομαι
ξιές (η) πρόσβαση, access
ξιούκι (το) μπιτ φλάτσκα, μπανταλό
ξιουπαρμένος (ο) ο εξωπραγματικός, σαλαϊσμένος, σιουργμένος
ξλιάς (ο) ο πολύ λεπτός
ξνίθρα (η) στομαχική διαταραχή, ξινίλες
ξύκι (το) ξύγκι, λίπος

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >