Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
κακάδια (τα)   τα υπολείμματα από τις εκκρίσεις της μύτης που έχουν πια ξεραθεί
καλαμποτσιόκαλο (το) ή και τσιόκαλο. Το απομεινάρι του καλαμποκιού. Παλιότερα έβρισκε χρήση και ως τάπα βαρελιών.
καλοσκέρνω (αόριστος:καλοσκέρσα) δοκιμαζω (τρώω) κάτι για πρώτη φορά για το τρέχον έτος ή για την εποχή που ωριμάζει ως φρούτο
καλπαζιάνης (ο) αυτός που περπατάει σαν να καλπάζει (πηγαίνει ολόκληρος πάνω-κάτω)
καπνός (ο) πονοκέφαλος
καπούσκο (το) το κουμπρολάχανο
καρακώνομαι αρπάζω κρυολόγημα
κάργα υπερβολικά, πάρα πολύ
κασάρα (η) η μεγάλη και στραβή μύτη. Πιθανώς προέρχεται από το το σχήμα του κασαριού, εργαλείου για το κόψιμο των χόρτων
κασάρας (ο) ο έχων μεγάλη και στραβή μύτη
κασκαρίκα (η) καρικατούρα
καστραβέτς (το) το αγγούρι
καταής κάτω π.χ. "έπεσα καταής απ' τα γέλια"
κατόπι (το) έπειτα. "παίρνω στο κατόπι" : ακολουθώ
κατσαπλιάς (ο) άτομο που δε πρέπει να εμπιστευόμαστε, ο αντάρτης, ο άτακτος στρατιώτης
κατσιούλα (η) ρούχο για την προστασία του κεφαλιού από τις άσχημες καιρικές συνθήκες
κατώι (το) το υπόγειο
καφτάν-μερεμέτ πέφτει χοντρό ξύλο
κδούνα (η) κουδούνι, τύφλα στο μεθύσι
κεφτές (ο) βλ. τάχας
κίκια (τα) καψούλια, μεταφορικά οι δυνάμεις π.χ. "με τι κίκια θα ... ;"
κιχ (το) άχνα
Κλαζιάδες (οι) το χωριό Δροσοχώρι (= άρχοντες πάνω στο λόφο)
κλαϊν-μαϊν οτ' να ναι
κλαπατσίγκαλα (τα) μουσικά όργανα
κλαπέτο (το) μεταφορικά το μυαλό
κλαρίνα (τα) κατά το : "μπουζούκια"
κλασομπανιέρας (ο) ο φοβητσιάρης
κλιτσνάρ (το) το τσιγκέλι
κλουρ (το) αρτοσκεύασμα
κασάρ (το) χορτοκοπτικό εργαλείο, ο παίχτης που κάνει επικίνδυνα μαρκαρίσματα
κοζιάρω βλέπω, παρατηρώ π.χ. "το κόζιαρες το χαλόν;"
κόκκαλο (το) μτφ. ο μεθυσμένος π.χ. "έγνα χτε... μπιτ κόκκαλο!"
κοκόνι (το) σκυλί καλοαναθρεμένο και τεμπέλικο. πχ. "έγινες κοκόνι"
κοντοτούρτς (ο) ο σκορπιός, ο μπιτσκάουρας
κοπριά (η) περιττώματα ζώων, ο μπουχέσας, ο τεμπέλης
κορκόδειλος (ο) μτφ. ο μεθυσμένος (επειδή σέρνεται!)
κοτάω τολμώ, δείχνω θάρρος
κουμάρ (το) ο τζόγος
κουμαρτζής (ο) αυτός που έχει πάθος το κουμάρ
κουμούτσι (το) κρέας, ψαχνό
κουμπί (το) μεταφορικά το τηλεκοντρόλ
κουμπλιά (η) οπωροφόρο δέντρο, κορομηλιά
κούμπλο (το) ο καρπός της κουμπλιάς
κουραδομηχανή (η) ο άχρηστος, αυτός που δεν κάνει για τίποτα
κουρίτα (η) η στέρνα, η βρύση
κουσί (το) πηγαίνω κάπου με γρήγορο βάδισμα
κούσιαλο (το) πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος, αλλιώς σιάψαλο ή χούφταλο
κουσιεύω περπατώ γρήγορα, σπεύδω
κουτουπώνω πιάνω κάτι και δε το αφήνω
κουτουρού (στα) στα χαμένα, χωρίς σκέψη π.χ. "που πας ωρέ στα κουτουρού;"
κουψοκέφαλος (ο) αυτός που το μυαλό του "κόβει"
κοψίδι (το) κομμάτι κρέας
κρανιάζω πληρώνω, βήχω
κρατσνάω τρώω με πάρα πολύ θόρυβο
κρεματζλιέμαι κρεμιέμαι

κρένω

μιλάω
κριτσπέταλος (ο) ο σιαλαϊσμένος (του 'χει λασκάρει το πέταλο)
κρούνα (η) κοράκι
κρούω αγγίζω
κταβ (το) νεογέννητο σκυλί
κταλ (το) κουτάλι
κτι (το) η οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, κιβώτιο
κτσος (ο) ο κουτσός

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >