Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη    Ερμηνεία
γαλοτύρι (το) γαλακτομικό προϊόν, το καλύτερο συνοδευτικό για κουμούτσια και το οποίο δεν κυκλοφορεί ευρέως στην υπόλοιπη Ελλάδα. Χαρακτηριστική η περίπτωση ενός τζε σε αθηναϊκό εστιατόριο. Τζες: "έχετε γαλοτύρι;" σερβιτόρος: "βεβαίως, έχουμε κεφαλοτύρι, γραβιέρα" ... οτ' νά 'ναι...
γαμπέτας (ο) Ο Γαμπέτας (πραγματικό πρόσωπο) υπήρξε μορφή των Ιωαννίνων που τον πείραζε όλος ο κόσμος και ο τζες θύμωνε (τρίο). Όταν όμως περνούσε από κάπου και δεν τον πείραζε κανένας, γυρνούσε, απευθυνόταν σε κάποιον τυχαία και του έλεγε "τί πειράζεις ρε;". Κατά συνέπεια, Γαμπέτας: αυτός που τρώγεται με τα ρούχα του
γατσιεύω χουφτώνω πριν και κατά την σεξουαλική πράξη
γιδοξούρ (το)   εργαλείο άκρως απαραίτητο σε κατόχους αιγοπροβάτων για την περιποίηση αυτών
γιόμα (το) το απόγευμα
γιόμστο! έτσι λέμε στο πρατήριο υγρών καυσίμων για να μας γεμίσουν το ρεζερβουάρ
γιωτάς (ο) ο μη έχων τυφέκιο στο στρατό, χαμένο κορμί
γκαβός (ο) αυτός που "δεν έχει μία", ο τυφλός από γκαφρά σαν τα κτάβια, ο άφραγκος
γκαγκάνς (ο) ο γκαντέμης, ο άτυχος
γκαγκανάω ντινιάρω πολύ δυνατούς και ηχηρούς γκιολέδες (βλ.λέξεις)
γκάιλας (ο) "έχει γκάιλα": ο ήλιος είναι πολύ δυνατός, τσιουκανάει ανελέητα
γκαιντάρω

παρατηρώ επίμονα

γκανάβ (το) η κλοπή
γκανιάζω διψάω υπερβολικά
γκάου - μπίου (το) αυτός που ζει στο δικό του κόσμο
γκαργκανούλι (το) μαύρο στο δέρμα, γυφτάκι
γκασμάς (ο) ο άσχετος, ο ανίδεος, συνουσία ("βαράω γκασμά"), σκαπτικό εργαλείο (κυριολεκτικά)
γκαφάλι (το) χαμένο κορμί
γκαφρά (τα) αναγραμματισμός της λέξης : φράγκα, τα χρήματα
γκδών' (το) το κυδώνι
γκζιούαρ εις υγείαν!
γκίζα (η) ανάλατο γαλακτοκομικό προϊόν σε στερεά μορφή
γκιζεράω κάνω άσκοπες βόλτες από δω κι από κει
γκίκος (ο) στίβα από ρούχα
γκιλντάρες (οι) κύβιση και ανακύβιση, κωλοτούμπες
γκιολές (ο) αέριο με έντονη και άσχημη μυρωδιά, κλανιά
γκιορεύω περιπλανιέμαι άσκοπα
γκιουλέκας (ο) πρατσίλας, ντιπ πάσλας
γκιουμ (το) η μικρή στάμνα
γκλαγκανάω πίνω
γκλαξιά (η) γουλιά
γκλιούμ (το) πλιάτσικο, ο χαμός, "έγινε το γκλιούμ"
γκλίτσα (η) απαραίτητο accessoire των κατόχων αιγοπροβάτων
γκολ (το) το τέρμα σε ποδοσφαιρικό αγώνα όπως επίσης και η υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος
γκόρος (ο) ο πάσλας, ο τενεκές, χαϊδευτικό μεταξύ φίλων ("που 'σαι ρε γκόρε;")
γκόρτσο (το) ο καρπός της γκουρτσιάς
γκουντλάω παραπατάω, κουτουλάω, επίσης γαργαλάω
γκουρτσιά (η) οπωροφόρο δέντρο του δάσους (αχλαδιά)
γκουστέρα (η) η σαύρα
γκουτζάμ είναι πλέον στην κατάλληλη ηλικία ή μέγεθος
Γκριμπνάδες (οι) ορεινή περιοχή της Ηπείρου καταφύγιο λύκων εξ ου και η έκφραση "πεντακόσιοι λύκοι απ τς Γκριμπνάδες"
γκριτζούνι (το) ο καλικάντζαρος
γκρόβερ (ο) ο ομοφυλόφιλος, ο ροδέλας
γκρτζουπ (το) όρθιο, στητό, υπονοεί και το ατίθασο
γκυλιέμαι σέρνομαι (βλ. ζβαρνιέμαι)
γλεντοκώλι (το) βλ. τσίρλα
γλιέπω βλέπω, τράω (βλ.λ.)
γουμάρ (το) ο όνος, το γαϊδούρι
γούπατο (το) μικρό μέρος που βρίσκεται χαμήλοτερα από τη γύρω περιοχή
γρέκι (το) ύπνος βαρύς, τάφωμα
γρεντά βγαίνει από το "γρεντιά" που είναι το κεντρικό δοκάρι που κρατά την στέγη στα παλιά σπίτια. Μτφ. ο μεθυσμένος π.χ. "ο τζες είναι μπιτ γρεντά!"
γρι τίποτε εντελώς
γρουμπούλι (το) μικρό εξόγκωμα στο δέρμα

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >