Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
φαγκρί (το) χρησιμοιείται με το ρήμα παίρνω, π.χ. "πήρα φαγκρί" = είδα
φαγκρίζω μισανοίγω το στόμα και ενίοτε χαζογελάω συνήθως από αμηχανία, πχ. "τι φαγκρίζεις σαν του τραϊ;"
φασίας (ο) Ο τζές που έκανε πολλές ντρίπλες στα ποδόσφαιρα για να αποσπάσει θαυμασμό αλλά δεν τα κατάφερνε και μας τα έσπαγε. Αργότερα, ο φασίας έκανε τις φασίες του για να τον γκαϊντάρουν τα χαλόνια (βλ. γκαζιά με το αυτοκίνητο και μουσική στα τέρματα) αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει, ντροπιάζει και το ανδρικό φύλο, εξακολουθεί δε να μας τα σπάει
φατούρο (το) Ομαδική επίθεση σε ατυχή ο οποίος έκανε λάθος (π.χ. ισχυρίστηκε ότι η Γαλατά Σεράϊ έχει πιο καυτή έδρα από τον ΠΑΣ όταν παίζει εκτός)
φαφούτς (ο)   αυτός που δεν έχει δόντια
φέω βαγέρω, αορ. Έφκα
φλαπούτσος (ο) μαλαπέρδα, τσιόκος, ματρακάς
φλάτσκα (η) το χαλόν που ναι μπιτ για τα μπάζα
φλιπάρω σιουράω
φλοέρας (ο) άτομο πέρα βρέχει, σουρωμένος
φλόκια (τα) αποτέλεσμα εκσπερμάτωσης
φουλτάκα (η) μεγάλο σπυρί με πύον, φουσκάλα
φούρκα (η) ξύλο με διχάλα στην άκρη που χρησιμοποιείται για υποστήλωμα
φουρκαλιάζω παίρνω φωτιά π.χ. "Τι να ιδώ πιδάκι μ', έκανε ένα μπαμ και φουρκαλιάστκε όλο το σπίτ'!"
φουρκατσιούλα (η) παλιότερα απάντηση στην ερώτηση: "-Που ήσαν; -Στ' φουρκατσιούλα", όταν ο άλλος δεν θέλει να πει!
φουρλαϊδας (ο) ο μπιτ φλοέρας
φραμπαλάς (ο) τζερτζελές
φραμπαλατζής (ο) ο εφετζής, ο χαβαλές
φριτζλάω πετάω
φσέκι (το) μεθυσμένος, αλλιώς γκολ, αεροπλάνο, κδούνα, ντεφ, φλοέρα, κουνουπίδι, καρότο, φωτοβολίδα
φουσκή (η) είδος φυσικού λιπάσματος, κοπριά

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >