Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |

 
 Λέξη      Ερμηνεία                                                
α;   συγνώμη δε κατάλαβα? πως είπατε;
α μο! άντε βιάσου κάνε γρήγορα
ε μο! καλά μην ανησυχείς θα κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ
α ωρε; μιλάς σοβαρά;;;
ναι ωρε! ναι! Σοβαρά μιλάω, το εννοώ!
αα! (καταφατικό) ναι, ναι σωστά τα λες
ααα! για δες για δες!
αααα! αα μάλιστα τώρα κατάλαβα!
αβέρτα συνεχώς
αγάντα βλ. αβέρτα
αγκούσα (η) η δυσφορία, η δύσπνοια, μτφ. το άγχος, επίσης μτφ. οι στομαχικές διαταραχές
αγκωνάρι (το) η μικρή πέτρα, το λιθάρι
αγλέουρας (ο) "πρώτος" ξάδερφος του αχλά, το καταπέτασμα
άιστεμας πάμε να φύγουμε
ακόντιο (το) μτφ. ο μεθυσμένος
αλιμούρα (η) πέταγμα στον αέρα ατάκτως χαρτιών
άλσος (ο) η αλυσίδα, μτφ. το έτερον ήμισυ
αλφάδ (το) εργαλείο που χρησιμοποιείται για την μέτρηση της κλίσης επιφανειών, μτφ. ο μεθυσμένος
αλφή (η) η αλοιφή, μτφ. ο μεθυσμένος
αμπλαούμπλας (ο) άχαρος στις κινήσεις, ειδικά στα χορευτικά
αμπντάλης (ο) ατσούμπαλος, χοντροκομμένος
αμπώχνω σπρώχνω με άκομψο τρόπο
αντράλα (η) βαβούρα, τζερτζελές, πανικός
αξιούραγος (ο) ο αξύριστος
απέκεια από κει
"απόλκε η εκκλησιά σκόλασε το πανηγύρ" τέλειωσε κάτι, τέρμα τα παραμύθια
αρβάλας (ο) ο άγαρμπος, ο ατσούμπαλος
αργαλειός (ο) αυνανισμός, πλεκτική μηχανή παλιάς εποχής
αρεντεύω γυρνάω άσκοπα, κάνω βόλτες
αρούγκατος (ο) ο άγαρμπος, ο απρόσεκτος
ασήκωτος (ο) ή και ασιούκωτος, μτφ. ο μεθυσμένος
αστραπόπτσα βλ. μπανταλός
ατσούμπαλος (ο) ο αμπντάλης
αυτού εκεί
αφύσκος (ο) άντρας ακανόνιστου μεγέθους
αφώνω σύντμηση του χαραφώνω (βλ.λ.) πχ. "γκάινταρε χαλόν' π' αφών' ο τζες"
αχαμνά (τα) τα γεννητικά όργανα του άντρα, τα πελέ
αχλάς (ο) το φαγητό
άχνα (η) η απόλυτη σιωπή
αχπάν επάνω

Επίσημοι Χορηγοί


< Αρχική | Επικοινωνία | Forum >